Η ιστορία του Γιάννη – Ανάμεσα στην ελπίδα και την απώλεια

Για τον Γιάννη.

Αγαπημένε μου αδερφέ,

Τα χρόνια που μας δόθηκαν μαζί ήταν λίγα μα γεμάτα αγάπη. Μεγαλώνοντας δίπλα σου ένιωθα πάντοτε μια βαθιά περηφάνια, περηφάνια που σε είχα αδερφό. Το βλέμμα σου είχε μια γαλήνη σχεδόν αλλόκοσμη, σαν να κουβαλούσε μέσα του κάτι αγγελικό. Και το γέλιο σου… αυθεντικό, ζεστό, ικανό να λυγίσει ακόμη και την πιο βαριά καρδιά.

Με το πέρασμα του χρόνου, το άσθμα σου έγινε πιο βαρύ, πιο απαιτητικό. Οι επισκέψεις στα νοσοκομεία έγιναν μέρος της καθημερινότητας, κι όμως εγώ δεν έπαψα ποτέ να περιμένω τη στιγμή που θα γυρνούσες πίσω. Σε περίμενα με φόβο, αλλά και με εκείνη τη βαθιά λαχτάρα που γεννιέται από την ελπίδα πως όλα θα ξαναγίνουν όπως πριν. Πίστευα  και ήθελα να πιστεύω πως όσες κρίσεις άσθματος κι αν περνούσες, η δύναμή σου θα σε έφερνε πάντα πίσω.

Δύο βράδια πριν σε χάσουμε, ο χρόνος σαν να άλλαξε ρυθμό. Ήταν σαν να ήξερες. Μιλήσαμε ήρεμα, σχεδόν ώριμα, σαν δύο μεγάλοι άνθρωποι που αντιλαμβάνονται κάτι πέρα από τις λέξεις. Εκείνες οι στιγμές χαράχτηκαν μέσα μου ανεξίτηλα. Τις κρατώ σαν δώρο ένα από τα τελευταία, πολύτιμα δώρα που μου χάρισε η ζωή μαζί σου.

Και έπειτα ήρθε εκείνο το πρωί. Ένα πρωί που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Η κρίση άσθματος ξεκίνησε και εγώ έτρεχα με όλη μου τη δύναμη να βρω ένα εφημερεύον φαρμακείο, γιατί σου είχε τελειώσει το φάρμακο με τις εισπνοές. Ο δρόμος έμοιαζε ατελείωτος, η ανάσα μου κομμένη, και όμως συνέχιζα. Μα οι πόρτες ήταν κλειστές. Όταν γύρισα πίσω, σε βρήκα λιπόθυμο στον καναπέ.

Ακόμη και τότε, μέσα μου υπήρχε ελπίδα. Μια σιωπηλή, επίμονη ελπίδα που αρνιόταν να υποχωρήσει.

Ήρθε το ασθενοφόρο. Έφυγες με τη μαμά. Κι εγώ έμεινα πίσω, βυθισμένη στην άγνοια, με τις ώρες να κυλούν βασανιστικά αργά. Και όμως, ακόμη και τότε, η ελπίδα δεν με εγκατέλειπε.

Μέχρι τη στιγμή που με κάλεσαν να κατέβω στο σπίτι. Καθώς κατέβαινα στη γειτονιά μας, ένιωθα το σώμα μου να τρέμει από έναν φόβο που δεν μπορούσα να ονομάσω. Και καθώς ανέβαινα τα σκαλιά πριν μπω στο σπίτι η πόρτα ήταν ήδη ανοιχτή. Η σιωπή μιλούσε πιο δυνατά από κάθε λέξη. Άνθρωποι άγνωστοι, βλέμματα βαριά, και η μητέρα μου καθισμένη στην τραπεζαρία, συντετριμμένη.

Μέσα μου επαναλάμβανα: «Όχι… δεν είναι αυτό που νομίζω».

Μέχρι που άκουσα τη φωνή της. Με πλησίασε, με πήρε κοντά της και ψιθύρισε:

«Ο Γιάννης έφυγε».

Εκείνη τη στιγμή, ο κόσμος σαν να σταμάτησε. Τα πόδια μου λύγισαν, ένας κόμπος ανέβηκε στον λαιμό μου και η ανάγκη να φύγω έγινε ακατανίκητη. Άρχισα να τρέχω χωρίς προορισμό, χωρίς σκέψη… και από εκεί και πέρα, οι μνήμες γίνονται θολές.

Μια εικόνα όμως έμεινε καθαρή από εκείνη την ημέρα. Ο Αλέξανδρος, ο καλύτερός σου φίλος, που είχε έρθει για να βγείτε, όπως είχατε κανονίσει. Όταν άνοιξα την πόρτα και συνάντησα το βλέμμα του, εκείνο το παγωμένο βλέμμα αρκούσε για να καταλάβει την αλήθεια πριν ακόμη ειπωθεί.

Πριν συμπληρωθούν τα σαράντα, υπήρχαν στιγμές που έμοιαζαν να ξεπερνούν το απλό και να αγγίζουν κάτι ανεξήγητο. Τα βράδια ακούγαμε έναν ελαφρύ χτύπο στη μπαλκονόπορτα  όπως συνήθιζες να κάνεις. Μαζί με τη μητέρα μου, ανάβαμε κεριά για φως. Κι ένα από εκείνα τα βράδια, το κερί έλιωσε πάνω στο γυάλινο τραπέζι. Όταν το κερί πάγωσε και απλώθηκε, σχημάτισε κάτι που μας άφησε άφωνες: μια μορφή Αγίου που κρατούσε ένα παιδί στην αγκαλιά του, με στεφάνια στα κεφάλια τους, σαν μια εικόνα σκαλισμένη με ακρίβεια εκκλησιαστική. Κι εσύ, που αγαπούσες να ζωγραφίζεις Αγίους, φαινόταν σαν να είχες αφήσει εκεί ένα ανεξήγητο αποτύπωμα σαν μας έλεγες “είμαι σε καλά χέρια”

Το πένθος δεν έχει τέλος. Δεν επουλώνεται με τον χρόνο όπως πιστεύουν πολλοί. Μαθαίνεις απλώς να ζεις μαζί του, να το κουβαλάς, να το μεταμορφώνεις σε μνήμη.

Κι εγώ επιλέγω να κρατώ ζωντανή τη μνήμη σου μέσα από τις λέξεις, τις αναμνήσεις και την αγάπη που δεν έσβησε ποτέ. Γιατί όσο σε θυμάμαι, όσο μιλώ για σένα, δεν φεύγεις πραγματικά.

Γιατί τα αδέρφια δεν χάνονται ποτέ ολοκληρωτικά… συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα μας όσα χρόνια κι αν περάσουν.

Βάσια

Σχετικά άρθρα

Απαντήσεις